ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΡΟΚΟΣ // 99% ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΛΥΠΤΟ ΖΗΤΟΥΝ "ΑΠΟΤΟΞΙΝΩΣΗ ΤΩΡΑ" //

18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ - 25 ΜΑΪΟΥ 2013

Το αίνιγμα της μορφής

Όσο και αν ο γλύπτης ξορκίζει
Το αίνιγμα που κατοικεί
Στα σπλάχνα της αμίλητης πέτρας,

Τον ύστατο λόγο μοιραία κατέχει
Η σμίλη του νερού και του ανέμου
στους αιώνες

Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου

Ερωτικές εξάρσεις και ποιητικές αναφορές στα σχέδια του Κυριάκου Ρόκου
Δεν δημιουργώ για να φτιάξω όμορφες ζωγραφιές ή ωραία γλυπτά. Η τέχνη δεν είναι παρά ένα μέσο για να βλέπεις.

ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΤΖΙΑΚΟΜΕΤΙ

Είναι διαπιστωμένη εδώ και πολλά χρόνια η αδυναμία που τρέφω στην τέχνη της χαρακτικής, στην αισθητική στιβαρότητα που αποπνέει η περήφανη, αδιάλλακτη μοναχικότητά της. Πώς να μιλήσω για την αισθητική συγκίνηση που με δονεί αντικρίζοντας εικαστικά έργα, είτε τυπωμένα πάνω σε χαρτί, χαραγμένα με τις ποικίλες παραδοσιακές τεχνικές της χάραξης, είτε όμως και σχεδιασμένα απευθείας από τον καλλιτέχνη στο χαρτί, με μολύβι, κραγιόνι ή μελάνη, αυτόνομα έργα, χωρίς πρόσθετες διαμεσολαβήσεις, μοναχικά και περήφανα μες στη λιτότητα των μέσων τους, απ’ όπου παρόμοιας αισθητικής στιβαρότητας αποτέλεσμα με εκείνο ενός χαρακτικού έργου πολλές φορές κατορθώνεται και κοινωνείται.

Αναφέρομαι σε  σχέδια, με μολύβι, κραγιόνι ή μελάνη, όπου η χρωματική έκφραση είναι απόλυτη, γνώρισμα κι αυτό της χαρακτικής, συντελούμενη μέσα από την αρχέγονη συμπαντική υπόσταση του ακραίου, μέσα από την  αρμονική συνύπαρξη του φωτός και του σκότους, της μέρας και της νύχτας: εντέλει, του μαύρου και του άσπρου, των βασικών πόλων που οριοθετούν τον βίο και τον ψυχισμό του ανθρώπου. Και είναι αυτό το ζεύγμα μαύρου-άσπρου που σφραγίζει χρωματικά τόσο τη χαρακτική όσο και το σχέδιο.

Κάπως έτσι αισθάνθηκα μόλις είδα τα 31 σχέδια με μολύβι που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Κυριάκος Ρόκος, δημοσιευμένα το 2005 σε ένα λεύκωμα. Οι σχεδιαστικές αυτές συνθέσεις ήταν πράγματι σαν να «πυροδότησαν» τον νου και την ψυχή μου. Ναι, έχει απόλυτο δίκιο ο Τζιακομέτι, η τέχνη είναι ένα μέσο για να βλέπεις. Κι ίσως οι λέξεις δεν μπορούν να αποτυπώσουν επακριβώς την πολλότητα των «πραγμά­των», των δρόμων που μας δείχνει η τέχνη, ούτε και να τα με­τρή­σουν, δηλαδή να τα απαριθμήσουν.

Τί να πουν οι λέξεις και πώς γι’ αυτά τα γυμνά γυναικεία κορμιά τού Ρόκου! Τοποθετημένα σε φανταστικές διαστάσεις, είναι σαν να διακτινίζονται σχηματίζοντας πολυεπίπεδα σχήματα σε ανισόπεδες διατάξεις, σαν να διεκδικούν και να καταλαμβάνουν έναν άκρως ζωτικό γι’ αυτά χώρο, θαρρείς και υπερασπίζονται το ανθρώπινο σώμα. Πράγματι, έχω την αίσθηση ότι ο καλλιτέχνης, μ’ αυτόν τον τρόπο, επιλέγει να υποδηλώσει τα δικαιώματα του σώματος, καθώς ο σημερινός άνθρωπος, αποπροσανατολισμένος από τη μέθη του ατομισμού του και των υλικών αγαθών, αναζητά την ευτυχία έξω από αυτόν τον ίδιο: έξω από το σώμα και την ψυχή του,  αγνοώντας ή βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις ουσιαστικές του ανάγκες.

Οι αιχμηρές κοφτερές απολήξεις στις φιγούρες των γυμνών σωμάτων, που δείχνουν να μην ακουμπούν ή να μην πατούν πουθενά συνηγορούν στην αντίληψη αυτή. Το σώμα αναζητά τον δικό του ζωτικό χώρο, θέλει να τον διεκδικήσει.

Με υποβώσκουσα τη γλυπτική εμπειρία, η γραμμική τονικότητα των σουρρεαλιστικών αυτών σχεδίων του Ρόκου οδηγεί σε μια εικαστική γλώσσα ρευστή. Τα πάντα εδώ σημαίνουν και σημαίνονται. Μια γραμμή μπορεί να  συνιστά κι ένα ολόκληρο σωματικό σύμπαν. Και παρόλο που οι ρέουσες φόρμες είναι αναγνωρίσιμες, συγχρόνως όμως είναι και αναπάντεχες, απρόσμενες. Γι’ αυτό και τα σχέδια αυτά παραπέμπουν, εννοιολογικά, άλλοτε σε ερωτικές εξάρσεις κι άλλοτε οι αναφορές είναι ποιητικές — επιδεικτικά και πολύ συνειδητά ο καλλιτέχνης προτάσσει στίχους αγαπημένων του ποιητών, όπως του Σαχτούρη ή του Μάνου Ελευθερίου.

Μόνο ο έρωτας και η ποίηση, φαίνεται να μας επισημαίνει ο Ρόκος σ’ αυτή την ενότητα σχεδίων του, μπορούν να βοηθήσουν και να παρηγορήσουν τον άνθρωπο του 21ου αιώνα στην επώδυνη πορεία του πάνω στη γη, κρατώντας συγχρόνως ζωντανή μέσα του την μνήμη ενός παραδείσου που μπορεί και να μην έχει χαθεί.

ΝΙΚΟΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Ιστορικός Τέχνης - Συγγραφέας
Μέλος της Εταιρείας
Ελλήνων Τεχνοκριτών (A.I.C.A.)
Διευθυντής του Μουσείου Χαρακτικής

 

Ροκιές!

Η γλυπτική είναι μια τέχνη σε κρίση. Κι αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι εκλείπει σταδιακά ο δημόσιος χώρος· αλλά και η ελευθερία η οποία εξ ορισμού είναι συνυφασμένη  με το χώρο αυτό. Η γλυπτική υπήρξε ανέκαθεν τέχνη πολιτική. Η έκπτωσή της οφείλεται στο γεγονός ότι η μετανεωτερική συνθήκη την υποβιβάζει σε διακοσμητική λειτουργία του χώρου και όχι σε ερμηνεία του.

Ο Κυριάκος Ρόκος (1945) είναι ένας γλύπτης που υπερασπίζεται την πολιτική δυνατότητα της τέχνης του και που συνδυάζει την αισθητική έρευνα με το ιδεολογικό περιεχόμενο. Σε μια σύνθεση προσωπική με τη μορφο­πλαστική του γλώσσα σχετίζεται με την απευθείας λάξευση του υλικού, με τη σωματική σχέση προς αυτό, με την άμεση ανάδυση των μορφών που κοιμούνται μέσα στην ύλη. Με κύριο έναυσμα την πλούσια φαντασία αλλά και τη στέρεη τεχνική κατάρτιση, ο Ρόκος συνταιριάζει αλληλοσυγκρουόμενα θέματα, έναν ολόκληρο κόσμο μορφών που πάσχουν με οδηγό του την υπερρεαλιστική ελευθερία αλλά και την πλαστική εντελέχεια που αναπτύσσουν οι όγκοι καθώς επιζητούν την επισφαλή τους πλην άκρως υποβλητική ισορροπία.

Ο Ρόκος λαξεύοντας άμεσα το μάρμαρο ή την πέτρα και δημιουργώντας συνθέσεις alla prima συνδυάζει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: την υπερρεαλιστική, αυτόματη γραφή και την ανάδυση μιας προσωπικής όσο και αρχέγονης μυθολογίας.

Το δράμα της ύλης στα χέρια αυτού του πολιτι­κοποιημένου επίγονου του Χαλεπά γίνεται δράμα της ύπαρξης. Αλλά και ο τίτλος του κάθε έργου, είτε είναι παραδοσιακό γλυπτό, είτε avant-garde θεατρικό περιβάλλον, καθίσταται ρηματικό συμπλήρωμα της σύνθεσης. Π.χ. το «Δελεαστικό πορτρέτο της εξουσίας…» του 1991. Ούτως ή άλλως ο Ρόκος, μαθητής του Γιάννη Παπά αλλά και του ανατρεπτικού César ή του πολυεπίπεδου Κώστα Κουλεντιανού, υπερβαίνει τα όποια εσκαμμένα συνδυάζοντας γλυπτική και … ροκιές.

Μάνος Στεφανίδης
16.01.08

 

Για τον Κυριάκο Ρόκο

Αποστολή της Τέχνης υπήρξε ανέκαθεν η μίμηση ή η αναπαράσταση της Αλήθειας, με στόχο την μεταφορά του Ανθρώπου στα υπαρξιακά πεδία αναφοράς του. Θα λέγαμε καλύτερα της κάθε φορά Αλήθειας, στην πλανώμενη και περιπλανώμενη – όπως θα έλεγε ο Αξελός – Σκέψη που συνιστά τη συμμετοχή του Ανθρώπου στο μεγάλο Κοσμικό Παιχνίδι, δηλ. στην Ιστορία. Αυτή η συμπόρευση Σκέψης και Τέχνης, καλύτερα αυτή η συμπληρωματική πορεία Σκέψης και Τέχνης, εξέφραζε τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών, όταν υπήρχαν τέτοιοι, δηλαδή από εμφανίσεως του Ανθρώπου στη γη μέχρι τουλάχιστον τον 16ο–17ο αιώνα, σε μεγάλο βαθμό μέχρι και τον 19ο αιώνα. Η Τέχνη αντιπροσώπευε και αναδείκνυε το «κοινό και το κύριο των λαών» – για να δανειστώ έκφραση του Σολωμού – υπήρξε ένα από τα κύρια μέσα πρόσβασης του Ανθρώπου στην κάθε φορά θεωρούμενη ως Κοσμική και Ιστορική Πραγματικότητα ή Αλήθεια, του έδινε υπαρξιακή ταυτότητα και σιγουριά. Από τον 20ο αιώνα όμως κι εξής, τα πράγματα άλλαξαν: οι δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες, φαίνεται να εισήλθαν σε μία άνευ προηγουμένου σύγχυση ιδεών, καθόσον η παλαιά «κοινή και κύρια» Σκέψη αυτονομήθηκε αυτάρεσκα σε «επιστήμη» αυτόνομη και αυτάρκη, αποκοπτόμενη από τους πόθους, τους πόνους και τα όνειρα των λαών. Συνακολούθως, αυτονομήθηκε και η Τέχνη – παρά κάποιες ίσως όχι και τόσο ανιδιοτελείς προσπάθειες οργανωμένων ομάδων του α’ μισού του 20ου αιώνα – περιπίπτοντας τελικώς και αυτή σε σύγχυση σκοπού και λόγου υπάρξεως.

Μέσα σε αυτήν την σύγχυση μερικοί – αναποφεύκτως μεμονωμένοι έως και «περιθωριακοί» – καλλιτέχνες, πάσχισαν να μείνουν πιστοί στην αρχέγονη αποστολή της Τέχνης, είτε ακολουθώντας πιστά και ανιδιοτελώς την αποκομμένη από τους λαούς «επίσημη» Σκέψη, είτε αφουγκραζόμενοι μιαν άλλη εικόνα υπάρξεως, κοντύτερα στους λαούς, δηλαδή κοντύτερα σε υπαρξιακές αναφορές τους, που διεσώθησαν σε ένα λανθάνον υπερτοπικό και υπερχρονικό συλλογικό ασυνείδητο, που σιωπηρώς και ανεπαισθήτως δημιουργεί τη δική του συνέχεια. Η νεοελληνική Τέχνη, είχε και έχει το προνόμιο τέτοιων πολιτισμικών προτάσεων, ίσως «…γιατί εκεί με οδηγούσε δίχως να το αντιληφθώ, η καταγωγή μου και η Τέχνη που εξασκώ…» – για να θυμηθούμε στίχους Σαββόπουλου. Μια τέτοια οικουμενικής αξίας παρέμβαση είναι η Τέχνη του Κυριάκου Ρόκου, τόσο η Ζωγραφική του όσο και η Γλυπτική.

Θα προσπαθήσω να αναφερθώ στα κύρια ζητήματα που θέτει ο Ρόκος:

Πρώτα απ' όλα εγκαθιδρύει μία ερωτική σχέση με την ύλη - και αυτό είναι κατεξοχήν ελληνική εισήγηση, που έλκει την καταγωγή της από την «καθ’ ημάς Ανατολή», όπως άλλωστε και οι ρήσεις–προτάσεις του «η Τέχνη δεν είναι γνώση, είναι στάση ζωής» και «…ποτέ δεν ξέρεις αν εσύ σκαλίζεις την πέτρα ή εκείνη σκαλίζει την ψυχή σου, όπως και να’ χει το αποτέλεσμα είναι το ίδιο» (σε μια εξαιρετικής διδακτικής αξίας συνέντευξή του στο τεύχος Νο 04 του περιοδικού ΠΕΡΙΣΤΥΛΟΝ). Στη συνέχεια, εισάγει ανθρώπινες μορφές σε παλλόμενα συμπλέγματα με ιστορικές μνήμες, που επικαλούνται ένα άλλο πεδίο αναφοράς τους – «υπερ–πραγματικό» αν θέλετε, αν το «πραγματικό», στη Δυτική του εκδοχή, περιορίζεται μόνο στο ορατό. Ακόμα με εξαιρετική ευχέρεια και χωρίς αυτό να αποβαίνει εις βάρος της αναζήτησης της μπερξονικής «ζωτικής ορμής» (élan vital), χρησιμοποιεί τις κατά Gestalt «καλές μορφές», δηλαδή τέλεια σχήματα και όγκους, που αναπέμπουν σε πρότυπες υπαρξιακές μορφές ή ιδέες: τις χρησιμοποιεί όχι αφηρημένα και απρόσωπα (όπως κάνουν πολλοί που καταφεύγουν σε αυτές για επίκληση κοσμικών προτύπων), αλλά ενταγμένες στην αναζήτηση της επέκτασης της εμβέλειας της ανθρώπινης παρουσίας.

Ο Ρόκος, ως ο κατεξοχήν ίσως συνεχιστής της πρότασης του Χαλεπά, ανάγει την Τέχνη σε πράξη Θείας Μανίας, κατά την πλατωνική έννοια του όρου - και αυτό είναι υπενθύμιση και μάθημα. Ο Χαλεπάς εισήγαγε αυτή τη Θεία Μανία στη θεώρηση της ανθρώπινης μορφής. ο Ρόκος πήγε ακόμα μακρύτερα: έτσι βλέπει την ανθρώπινη παρουσία στη Φύση, στο Χώρο και στον Χρόνο, με όλες τις νοητικές φορτίσεις τους, καθόσον τα έργα του στοχεύουν στη με συμβολικές ιστορικές αναφορές αφύπνιση του βαθύτερου είναι μας. Αυτές δε οι αναφορές του δεν αφορούν μόνο εμάς, είναι αναφορές σε μορφές και σύμβολα με οικουμενική αξία: είναι διείσδυση στην  Ιστορία, είναι διείσδυση στη Φύση, είναι διείσδυση με στόχο την αναζήτηση υπαρξιακών πεδίων αναφοράς του Ανθρώπου.

Ο Κυριάκος Ρόκος έχει ήδη ενταχθεί στη σειρά εκείνη των μεγάλων Ελλήνων δημιουργών με οικουμενική και ιστορική συνεισφορά. Αφήνω τελευταία και την εξής παρατήρηση: με ένα εκπληκτικό τρόπο το έργο του και ο τρόπος που το παρουσιάζει, μας θυμίζει τα κατά Panofsky τρία επίπεδα ανάγνωσης των έργων Τέχνης. Στην περίπτωση του Ρόκου και τα τρία αυτά επίπεδα είναι συν–κινητικά της «μυθολογίας του βλέμματος» (όπως θα έλεγε ο Σ. Ράμφος) – και αυτό είναι εξαιρετικής σημασίας διδακτικό παράδειγμα Τέχνης.

Δρ Νικήτας Χιωτίνης
Αρχιτέκτονας
Διευθυντής Σχολής Γραφικών &
Καλλιτεχνικών Σπουδών Τ.Ε.Ι. Αθήνας 

 

...Εξαρτάται από το αεράκι

 «Ν’ αγαπάω και να σέβομαι ό,τι γεννιέται από ανάγκη. Το αν θα μεταμορφωθεί σ΄ έργο τέχνης αυτό εξαρτάται από το αεράκι…» . Πόσο παράδοξο είναι, μιλώντας κανείς για έργα γλυπτικής, καμωμένα στο λαμπρό λευκό μάρμαρο, τον γρανίτη, το ξύλο και τον μπρούντζο, να αναφέρεται στο ανάλαφρο αεράκι σα να΄ ναι αυτό που μεσολαβεί καθοριστικά μεταξύ δημιουργού και υλικού, σα να αποτελεί το μυστικό συστατικό του πραγματικού έργου τέχνης.

Στα γλυπτά του Κυριάκου Ρόκου, όμως, ίσως ισχύει αυτό έως ένα βαθμό. Το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης δουλεύει τα έργα του χωρίς προσχέδια και υπολογισμούς, παρά αφήνεται να οδηγηθεί από την έμπνευση και την ποιότητα του υλικού που κείται μπροστά του, φέρνει στο νου την αλαφράδα και τη δροσιά του ανοιξιάτικου αέρα. Αυτό που ωστόσο εκπλήσσει το θεατή είναι πως, παρά την αυθόρμητη δημιουργία της εκάστοτε σύνθεσης, το περιεχόμενό της μοιάζει σύνθετο, περίπλοκο, αλλά και ταυτόχρονα γνωστό και οικείο.

Οικείο διότι αναγνωρίσιμα είναι σε όλους τα τμήματα του ανθρώπινου σώματος, παλάμες, δάχτυλα, πρόσωπα, ολόκληρα ή αποσπασματικά, μύτες, μάτια, χείλη που ξεπροβάλλουν από τις πυκνές συνθέσεις. Όλες αυτές οι μορφές προσφέρουν την ερμηνευτική άκρη του νήματος. Μόνο, ωστόσο, την άκρη του, όχι την λύση του γόρδιου δεσμού των ανθρώπινων μελών που περιπλέκονται σε κάθε έργο. Αυτόν καλείται να τον λύσει ο ίδιος ο θεατής με τον τρόπο τον δικό του, να ταυτίσει τις μορφές όπως εκείνος νομίζει, χωρίς περιορισμό. Εξάλλου, ο τίτλος Κόσμος, που πολύ συχνά χρησιμοποιείται από τον Ρόκο, διευρύνει το ερμηνευτικό πεδίο και αυξάνει τις επιλογές και τις δυνατότητες προσέγγισης του γλυπτού από το κοινό.

Η περιπλοκότητα των συνθέσεων μαρτυρεί και την περιπλοκότητα, αντίστοιχα, της προέλευσής τους. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης την αποκαλύπτει: «Για μένα το έργο τέχνης είναι αποτέλεσμα συμμετοχής του χρόνου, του χώρου, του τόπου και της ιδεολογίας του δημιουργού του και της ανάγκης έκφρασής του». Τα γλυπτά του, συνεπώς, συνιστούν δημιουργήματα σύνθετα, με πολλαπλά σημαινόμενα, τα οποία ωστόσο δεν φανερώνονται με μιας, ξεκάθαρα κι απλά. Παίρνουν την εικόνα συμβολικών μορφών που δονούν το υλικό, δεν το διαμορφώνουν απλώς σε μια ισορροπημένη σύνθεση.

Από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της γλυπτικής του Κυριάκου Ρόκου είναι αυτή, ακριβώς, η εμψύχωση του υλικού από μορφές, εικόνες, πρόσωπα και ιδέες. Ο συμπαγής, αρμονικός και λείος όγκος του μαρμάρου, του μπρούντζου ή ακόμα και του ξύλου, σχίζεται στα δύο, αποκαλύπτοντας πληθώρα μορφών που παλεύουν να βγουν στην επιφάνεια. Σαν ένα πλήθος διαμαρτυρόμενων, αγωνιζόμενων ανθρώπων που προσπαθούν να διασαλεύσουν την επίπλαστη ισορροπία του κόσμου και της ζωής, να αποδείξουν τον βρασμό και την αναταραχή που κρύβεται στα βάθη της.

Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, πως η ίδια εμψύχωση και κινητικότητα εντοπίζεται και στις προτομές του Ρόκου, έργα, στα οποία, εκ των πραγμάτων, η ελευθερία του δημιουργού περιορίζεται στα στεγανά μιας υπαρκτής προσωπικότητας και της ιστορίας της και στα πλαίσια των προσδοκιών άλλων ανθρώπων. Στα γλυπτά αυτά αναζητά τα βαθύτερα γνωρίσματα των εικονιζόμενων, όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, με αποτέλεσμα να μοιάζουν πως κινούνται και πως προσπαθούν να ελευθερωθούν από την ακαδημαϊκή ακαμψία του τύπου τους.

Σύνθετη η δουλειά του γλύπτη. Και μοιάζει ακόμη περισσότερο επίπονη αν αναλογιστεί κανείς τη μάχη που δίνει με τα υλικά του, με την σκληρότητά τους, προκειμένου να αποτυπώσει πάνω τους σκέψεις, εικόνες, διαθέσεις. Πάλη πραγματική μοιάζει να είναι για όποιον αντικρίζει τα έργα τελειωμένα. Για τον ίδιο τον Κυριάκο Ρόκο, όμως, είναι απλώς ο τρόπος έκφρασής του: «Ο καθένας μιλάει με τον τρόπο του. Σημασία έχει, να έχεις κάτι να πεις. Ύστερα, άσ’ το αεράκι να κάνει τη δουλειά του».

Ελένη Μάργαρη
Ιστορικός της Τέχνης

Video

Βιογραφικό

Ο Κυριάκος Ρόκος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1945. Από το 1965 έως το 1969 σπούδασε Γλυπτική με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με δάσκαλο τον Γιάννη Παππά. Από το 1972 έως το 1976 με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών πήγε στο Παρίσι όπου δούλεψε κοντά στον Κουλεντιανό και στην Ecole des Beaux Arts στο εργαστήριο του Cesar. Είναι τακτικός καθηγητής στη σχολή Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης του ΤΕΙ Αθήνας.

Άλλες Εκθέσεις