VLADIMIR VELICKOVIC // ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ //

5 ΜΑΡΤΙΟΥ - 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

Η αίθουσα τέχνης «εκφραση-γιαννα γραμματοπουλου» εγκαινιάζει την Πέμπτη 5 Μαρτίου, την έκθεση ζωγραφικής του Vladimir Velickovic, καλλιτέχνη διεθνούς φήμης και Ακαδημαϊκού της γαλλικής και της σέρβικης Ακαδημίας.

Ο καλλιτέχνης μέσα από μία σειρά σχεδίων, κολάζ και ζωγραφικών έργων πλάθει έναν κόσμο γεμάτο δίνη και θεατρικότητα, όπου το πυρακτωμένο κόκκινο σμίγει με το άσπρο του χαρτιού και το μαύρο του σχεδίου. Κάθε έργο του Velickovic φανερώνει την εμμονή του να ισορροπεί τη σταθερότητα της σύνθεσης με τη ρευστότητα της κινηματογραφικής δράσης, εξιστορώντας μέσα σε ένα έργο μία αυτοτελή τραγική και μαρτυρική ιστορία του σύγχρονου ανθρώπου.

Η Πέπη Ρηγοπούλου, Επίκουρος Καθηγήτρια στο τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει μεταξύ άλλων: «…Το προγραμματισμένο σώμα, το σώμα αυτό που είναι καταδικασμένο να κάνει αυτήν την κίνηση ανά τους αιώνες. Μαζεμένο, οχυρωμένο στον εαυτό του, μοιάζει  ένας Νάρκισσος,  που ακόμα και σ’ αυτήν την χωρίς επιστροφή πτώση, δεν παραιτείται από την ομορφιά του. Βορά στις πληγές του, την μεταφορά αυτή του ψυχικού του τραύματος στο σώμα του, το ανέγγιχτο αν και ευνουχισμένο σώμα, που δεν μπορεί να το βλέπει, αυτός ο ήρωας του βλέμματος, αυτός ο ήρωας του μη αγγίγματος, ο μη μου άπτου,  δεν αφήνει το σώμα του να αποσυντεθεί, όσο υπάρχει θέλει να τον βλέπουν νέο, όλα τα δίνει αρκεί να μην φύγει εξόριστος από την μορφή, τα υπόλοιπα της, την πληγωμένη ομορφιά της...»

 

Vladimir Velickovic: Η μπαλάντα του διασπαραγμού.
Της Πέπης Ρηγοπούλου

      Το σώμα σε αέναη πτώση. Καμία προϋπόθεση  μιας  ενδεχόμενης πτήσης. Κάποτε το σώμα κείται καταγής. Άλλοτε το συντροφεύουν  ποντίκια χορτασμένα από αυτό. Το σώμα στον Velickovic φέρει την σφραγίδα μιας τέχνης αιώνων που ξεκινά από την αρχαιότητα και περνά από την Αναγέννηση, αφομοιώνοντας όλα τα μαθήματα ανατομίας των μεγάλων ζωγράφων/ανατόμων πριν από αυτόν. Η λιτότητα που τον χαρακτηρίζει εγγράφεται στην παράδοση  ενός κλασικού ξανακερδισμένου σαν τον χρόνο . Γιατί ο χρόνος στον ζωγράφο αυτόν, έναν από τους  σημαντικούς της εποχής μας, δεν είναι ποτέ γραμμικός, ούτε αποκλειστικά κυκλικός. Είναι ένας χρόνος τομή, ένας χρόνος πληγή, ένας χρόνος τραγικός και επικός συγχρόνως.  Είναι χρόνος αέναος και πεπερασμένος, χρόνος που ακουμπά στην ιστορία για να πάρει δύναμη να εκτοξευθεί και πάλι στην ίδια απέλπιδα κίνηση, στην ίδια επανάληψη.
     Το άγγιγμα της ιστορίας μεταφράζεται εικαστικά από έναν άλλοτε ορατό και άλλοτε αόρατο άξονα του σώματος, που κάποτε σημαίνεται με ένα κόκκινο χρώμα. Ένα σώμα που το διαπερνά, το τρυπά ο άξονας/ ιστορικός χρόνος. Ένα σώμα άγγελος της ιστορίας,  που εξατομικεύει τον ιστορικό χρόνο, τον καθιστά επίκαιρο, και συγχρόνως τον σχετικοποιεί αποκαλύπτοντας την αέναη περιδίνηση σ’ αυτόν. Με τις μαύρες τρύπες, τις τρύπες αυτές της ψυχαναγκαστικής επανάληψης να εγκυμονούν, έτοιμες να το ρουφήξουν, να το καταστήσουν αόρατο, να το μεταφέρουν σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου θα εξακολουθήσει να πέφτει.  Πτώση έξοδος, τυφλή πτώση, ενός σώματος που φέρει εγγεγραμμένο στην σάρκα του τον πόνο της επιθυμίας. Της δικής του, των άλλων.

     Η επιθυμία είναι πόνος. Η έλλειψη της πόνος επίσης. Ένα σώμα απορριφθέν, ένα σώμα σκουπίδι της επιθυμίας, που θυσιάζει το φύλο του και το πρόσωπο του σ’ αυτήν. Ένα σώμα θυσία στην αόρατη ιέρεια της επιθυμίας. Την μάνα, την γυναίκα, που στον κόσμο του Velickovic δεν εμφανίζεται παρά μόνο για να γεννήσει. Γέννα, τραύμα και πληγή. Η μεγαλύτερη πληγή, δεν είναι μήπως η γέννα, λέει ο ζωγράφος. Ο κόσμος μέσα στην μήτρα της, ο κόσμος έξω από αυτήν,  ένα σκοτεινό σπήλαιο, ένα ηφαίστειο με διαδοχικές εκρήξεις. Ο τραυματισμός της γέννησης αλλά και η προβληματική επιθυμία της μάνας. Η έξοδος από την μήτρα της βιωμένη σαν εξορία, αλλά και η εξορία μέσα σ’ αυτήν. 
     Δίπλα στον άλλοτε ορατό και άλλοτε αόρατο άξονα, άξονα του κόσμου αλλά και της ίδιας της ζωγραφικής,  άξονα που  εγγυάται την φόρμα των πραγμάτων, εμφανίζονται και  κάποια άλλα στοιχεία ενός χωρίς τέλος μαρτυρίου. Το μαρτύριο αυτό  στοιχειώνει  την εικονογραφία του ζωγράφου με μια σειρά από σύνεργα. Η τέχνη του μαρτυρίου  μπορεί να μην ανήκει τυπικά στις καλές τέχνες, αναπτύσσεται ωστόσο ανά τους αιώνες διαγράφοντας μία δική της πορεία, πάντα στο πλαίσιο του θεάματος που τόσο συχνά προσφέρει το μαρτύριο, από τον αποτυμπανισμό μέχρι την σταύρωση στις διάφορες εκδοχές της, τον ανασκολοπισμό, την αγχόνη, την ηλεκτρική καρέκλα. Τα εργαλεία αυτά είναι το ικρίωμα, σε τόπους ερημωμένους ήδη, ή το τσιγκέλι , ιστορική μνήμη  αλλά και τρέχουσα, ζώα κρεμασμένα από το τσιγκέλι.

Ο κεκλιμένος άξονας  γύρω από τον οποίο επιτελείται αυτή η αέναη πτώση των εκπεσόντων αγγέλων, ένας  ομφάλιος λώρος ή το νήμα ενός αόρατου μαριονετίστα που  έχει το γενικό πρόσταγμα για τα τεκταινόμενα; Ο κόσμος της Μητέρας και αυτός του Πατέρα σε μία προαιώνια σύγκρουση που εγγράφεται στο πάσχον σώμα του ζωγράφου. Το προγραμματισμένο σώμα, το σώμα αυτό που είναι καταδικασμένο να κάνει αυτήν την κίνηση ανά τους αιώνες. Μαζεμένο, οχυρωμένο στον εαυτό του, μοιάζει  ένας Νάρκισσος,  που ακόμα και σ’ αυτήν την χωρίς επιστροφή πτώση, δεν παραιτείται από την ομορφιά του. Βορά στις πληγές του, την μεταφορά αυτή του ψυχικού του τραύματος στο σώμα του, το ανέγγιχτο αν και ευνουχισμένο σώμα, που δεν μπορεί να το βλέπει, αυτός ο ήρωας του βλέμματος, αυτός ο ήρωας του μη αγγίγματος, ο μη μου άπτου,  δεν αφήνει το σώμα του να αποσυντεθεί, όσο υπάρχει θέλει να τον βλέπουν νέο, όλα τα δίνει αρκεί να μην φύγει εξόριστος από την μορφή, τα υπόλοιπα της, την πληγωμένη ομορφιά της.
     Τα σώματα του Velickovic,  χωρίς φύλο εμφανές, σώματα που ακόμα αιμορραγούν από τον επιτελεσμένο ήδη ευνουχισμό, γίνονται τόποι μιας προαιώνιας μνήμης, μιας μνήμης που ενώνει το κοσμικό με το ατομικό στοιχείο. Γιατί  ο κόσμος του Velickovic είναι  μήτρα και κόσμος μαζί. Είναι ένα σπήλαιο σκοτεινό που σε αντίθεση με το πολυπρόσωπο σπήλαιο που έστησε ο Κουστουρίτσα στην ταινία του Underground κατοικείται στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων από ένα και μόνο ακέφαλο, ευνουχισμένο σώμα, που αν και πληγωμένο, δεν είναι ποτέ απωθητικό, παραμένει ιδανικό στις αναλογίες, στην σφιχτή του σάρκα, στην τρελή του κούρσα. Σε πιο πρόσφατα έργα, οι μορφές πολλαπλασιάζονται. Όχι ένα, αλλά περισσότερα πάσχοντα σώματα, πουλιά, σκυλιά, ποντίκια που τα σπαράζουν, αλλά και που σπαράσσονται με την σειρά τους. Ακόμα και εδώ η πολλαπλότητα είναι μια μετωνυμία του ενός πάσχοντος κορμιού. Η  κούρσα του σώματος είναι αυτή ενός άλλου Φαέθωνα, προς το χάος, μετά την επαφή με την φλόγα. Την φλόγα που καίει, που κατακαίει αλλά και φωτίζει, που είναι ένα θέαμα από μόνη της. Γι’ αυτό η φλόγα προκαλεί, η φλόγα ερεθίζει, οι φλόγες σαρώνουν την συνείδηση και το ασυνείδητο των ανθρώπων.

Οι φλόγες απειλή της κοινωνίας, των πόλεων που η κοινωνία δομεί, των δασών που η κοινωνία θέλει να εκμεταλλευτεί, να τα οικειοποιηθεί, να τα κάνει δικά της. Οι φλόγες,  έσχατο ίχνος  ενός σύγχρονου πολέμου χωρίς μάχες, ενός αόρατου πολέμου, με παράπλευρες απώλειες τα παραμορφωμένα πρόσωπα, τα αποκεφαλισμένα κεφάλια. Τίποτα δεν απομένει για να αναγνωριστούν. Εδώ η ταυτότητα ξεριζώνεται οριστικά. Σε αντίθεση με τα σώματα, που αν και πληγωμένα θανάσιμα, κρεμασμένα, βορά των πουλιών, διατηρούν την μνήμη της μορφής τους. Ο Velickovic είναι ανελέητος με τα πρόσωπα. Στα πρόσωπα καταγράφει όλες τις συνέπειες της ριζικής μεταμόρφωσης που είναι ο θάνατος. Γοργόνεια τρομαχτικά και τρομαγμένα, προσωπεία θανάτου χωρίς μορφή, άμορφα, έτοιμο έδεσμα για τα σαρκοβόρα που ενεδρεύουν να πάρουν κι αυτά το μερίδιο τους από την ζωή.   
      Ένα τραύμα που επανέρχεται. Μια πληγή που αιμορραγεί, λερώνοντας τον μουσαμά και συγχρόνως φωτίζοντας τον. Κόκκινο του αίματος, κόκκινο της φωτιάς, το ίδιο κόκκινο ένας κόκκινος ήλιος. Και αλλού ο άλλος, ο μαύρος, ο ήλιος της απόλυτης ερήμωσης, το λυκόφως του κόσμου μετά την έσχατη μάχη, τον τελευταίο εμφύλιο σπαραγμό. Κάθε μάχη μήπως δεν είναι εμφύλια; Οι πιο πηχτές πινελιές, πυρακτωμένοι λίθοι που φέρουν την μνήμη της λάβας καταγωγής τους, της έκρηξης, προϋπόθεσης κάθε τραύματος. Γιατί πώς αλλιώς θα γίνει η λύση της συνεχείας του δέρματος, πώς αλλιώς θα αντιδράσει το σώμα προκειμένου να αδειάσει από μέσα του τις τοξίνες, τα απόβλητα.To τραύμα  είναι η οδός της γνώσης. Η οδός της περιπλάνησης που δεν εγγυάται όμως την επιστροφή. Μέσα στον χώρο και έξω από αυτόν, εξόριστο το σώμα γίνεται ο τόπος του δράματος. Το δράμα αυτό επιμένει, μεταμορφώνεται, εξελίσσεται, απορροφά τα γεγονότα και τους κραδασμούς που εν τω μεταξύ συσσωρεύονται. Εκσυγχρονίζεται μαζί τους παραμένοντας  προαιώνιος  πλοηγός τους.  

Προαιώνιος πλοηγός όχι μόνο του υπαρξιακού που αναμιγνύεται φορτιζόμενο εκ νέου από το εκάστοτε ιστορικό, αλλά και του ζωγραφικού, μέσα στην μεγάλη παράδοση του οποίου εγγράφεται το έργο του Velickovic. Διακρίνω σ΄ αυτόν τον δρόμο του τραύματος πέντε ζωγράφους με τους οποίους το έργο του είναι σε διάλογο.

     Ο Durer πρώτα. Ο ζωγράφος της Μελαγχολίας. Στον Velickovic ο κόσμος αυτός .της μελαγχολίας εκρήγνυται. Τα εργαλεία και τα σύνεργα της μελαγχολίας διασπείρονται γύρω, σαν βόμβα διασποράς, βόμβα εμπλουτισμένου ουρανίου. Ο κλειστός κύκλος της  θρυμματίζεται, ο διαβήτης σπάει, μόνο μέτρο το γυμνό σώμα, το ανέστιο, το μαυρισμένο , σε έναν τόπο άτοπο, τόπος άτοπος το ίδιο.
     Ο Ντα Βίντσι έπειτα. Ο επίμονος αυτός επισκέπτης σωμάτων, με το μολύβι/ νυστέρι του να καταγράφει εκ του φυσικού, το πλέον αφύσικο. Τον θάνατο που τα έχει κατοικήσει. Ο Ντα Βίντσι επίμονος τεχνίτης, ερευνητής οργάνων αλλά και εργαλείων, αυτός που επάνω του και στην καταγεγραμμένη από αυτόν παιδική του ανάμνηση με τα πουλιά, ο Φρόυντ  στήριξε την ανάλυση του για την καλλιτεχνική  δημιουργία, αυτό το αίνιγμα που μπορεί να μεταμορφώσει την πτώση σε πτήση. Εκτός από την επιμονή στην ανατομία, ο Velickovic επιμένει στα πουλιά, όχι σαν μέρος μιας παιδικής ανάμνησης, είναι πολύ φειδωλός σε σχέση με τις αναμνήσεις, αλλά σαν κομμάτι ενός έρημου κόσμου όπου τα πουλιά  παραμένουν δήμιοι, νεκροθάφτες και οιωνοί.
     Ο Μιχαήλ Άγγελος τώρα. Αυτός ο ζωγράφος της Έσχατης Κρίσης, με το σώμα του Αγίου Βαρθολομαίου να κρέμεται ανάμεσα στα επίπεδα , ανάμεσα στους κόσμους, ένα σώμα κενό, μόνο δέρμα, ένας ακόμα Μαρσύας, με τα  χαρακτηριστικά του ίδιου του Μιχαήλ Αγγέλου, λένε, δανεισμένα στο νεκρό αυτό σώμα, το εξόριστο σώμα του αγίου που το κρατά, αναστημένος πλέον, ο ίδιος. Ο καλλιτέχνης  γράφει έτσι την δική του αποξένωση, αλλά και την αποξένωση του κάθε ανθρώπου, τουλάχιστον κάποιες στιγμές, από το δικό του σώμα Αποξένωση μέσα στο διηνεκές του χώρου και του χρόνου. Ο Velickovic ποτέ δεν ζωγραφίζει ένα άδειο σώμα. Ούτε όταν σχεδιάζει την δική του Έσχατη Κρίση, με τα ακρωτηριασμένα σώματα σε ελεύθερη πτώση. Το μαρτύριο δεν φτάνει να αδειάσει τα σώματα από την σάρκα τους, τους τένοντες, τα νεύρα τους. Το σώμα δεν είναι γι’ αυτόν ένα ρούχο αδειανό, διεκδικεί την ολότητα ακόμα και μέσα στον πόνο, μέσα στο τραύμα, μέσα στην κατακρεούργηση. Και με αυτήν την έννοια, το ευνουχισμένο το πληγωμένο σώμα του δεν έχει παραιτηθεί ακόμα κι έτσι από την ηδονή. Οδηγείται ίσως στην αποσύνθεση, αλλά δεν αδειάζει ποτέ.

     Ο Ρέμπραντ στην συνέχεια. Στον ζωγράφο αυτόν, το σώμα γίνεται αντικείμενο της ιατρικής έρευνας. Έτσι η πληγή του είναι αποτέλεσμα μιας ενδοσκόπησης, με την απαραίτητη απόσταση που κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Τα μαθήματα ανατομίας προστατεύουν το σώμα από μία φόρτιση. Στον Velickovic το σώμα δεν είναι αντικείμενο. Και με αυτήν την έννοια ο ζωγράφος αυτός πιστεύω ότι εγγράφεται στην παράδοση των προδρόμων της σωματικής τέχνης, ιδιαίτερα των Βιεννέζων Αξιονιστών, αν από αυτούς βγάλουμε το στοιχείο της πρόκλησης. Γιατί ο Velickovic δεν προκαλεί, απλώς σημαίνει. Και αποσύρεται με διακριτικότητα για να αφήσει χώρο στον θεατή να κάνει το δικό του ταξίδι στους σωματικούς αυτούς τόπους.
     Άφησα τελευταίο τον σύγχρονο ζωγράφο. Τον Bacon. Τον ζωγράφο της ριζικής παραμόρφωσης. Τον ζωγράφο που αναποδογυρίζει το σώμα, που φέρνει το μέσα έξω. Ο Velickovic γνώρισε τον Bacon.  Ζούσαν  τυχαία κάποτε στο ίδιο σπίτι και είναι εύκολο να αναγνωριστούν κοινά θέματα και ευαισθησίες. Όμως στην εξομολογητική εκφραστικότητα του δεύτερου, στην κατάδυσή του στο μύχιο, αντιπαρατίθεται η αποφασιστική στροφή του Velickovic σε έναν κόσμο όπου  οι ταυτότητες παραμένουν ακρωτηριασμένες αλλά σταθερές. Μόνο στα κεφάλια του ο Velickovic οδηγεί  τα πράγματα στην παραμόρφωση, στο ξερίζωμα της ταυτότητας. Τι σημασία έχει ποιον θα φάνε τα όρνεα, ποιον θα κατοικήσουν τα ποντίκια; Το όνομα του θα συζητάμε τώρα; Όμως το σώμα, όχι αυτό δεν θα διαλυθεί στην πτώση του. Η τέχνη του Velickovic είναι μια μαύρη μπαλάντα. Η μπαλάντα  του πληγωμένου σώματος  στην αέναη πτώση του.

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ:

Hard cover 30 pages full color, size each sheet 30 x 23,5 cm. edition of 1500, Published by PERITECHNON, Athens 09
<ekfrasi-yianna grammatopoulou> Athens, 3/2009
Text: Caliope Rigopoulou 

Βιογραφικό

Ο Vladimir Velickovic γεννήθηκε το 1935 στο Βελιγράδι. Αποφοίτησε από τη σχολή Αρχιτεκτονικής του Βελιγραδίου. Το 1966 πήγε στο Παρίσι, όπου μένει και δουλεύει έκτοτε. Από το 1983 έως το 2000 δίδαξε στην Εθνική Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Το 2006 εκλέχθηκε μέλος της γαλλικής Ακαδημίας. Η δουλειά του βρίσκεται σε πολλές δημόσιες συλλογές ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων του Κέντρου Georges Pompidou, της Tate Gallery και του Μoma.